ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ
[α]
Περπατάγαμε μαζί νύχτα σε άδειους δρόμους
Σαν παιδιά που παίζανε κλέφτες κι αστυνόμους
Παρκαρισμένα αμάξια κι η βροχή στους υπονόμους
Φώτα τσακισμένα στο νερό.
Ξαφνικά σταμάτησες –στιγμή αμηχανίας-
Μία βιτρίνα μου ’δειξες ειδών κιγκαλερίας
Τα κουτιά τα χρώματα ως άξιον απορίας
«Μαύρο είναι το χρώμα π’ αγαπώ.»
[β]
Τίναξες το χέρι και κομμάτια η βιτρίνα
Μια αδιέξοδη χρονιά ένα Φλεβάρη μήνα
Πίσω σου επιτάφιοι ντυμένοι μαύρα κρίνα
Η βροχή μας μούσκευε σκληρά.
Περιπολικά ουρλιάζαν και ασθενοφόρα
Εκλογικά μεγάφωνα τρελαίνανε τη χώρα
Απελπισμένα τρέχαμε σε μία κατηφόρα
Πίσω μας γαβγίζανε σκυλιά.
[γ]
Φάτσες σκοτεινές στα πέριξ πρόσωπα θαμμένα
Ανεμογκάστρι τ’ όνειρο τα χρόνια σου καμένα
Κι απ’ όσους υποσχέθηκαν δεν είδες ούτε ένα
Να σε περιμένει στο σταθμό.
«Τι συνέβη!» ρώταγαν ανάστατοι οι γειτόνοι
Ζόμπι μίας πόλης που ό,τι ζει το φαρμακώνει
Τίποτα δεν έγινε μία γυναίκα μόνη
Που κρατιέται από το κενό.
[δ]
Κρεσέντο η μουσική σ’ ένα μπαρ απέναντί μας
Μαχαιρωμένο άγγιγμα στη νύχτα το φιλί μας
Γυαλιά σπασμένα κόβανε κομμάτια την ψυχή μας
Κι είπες με φωνή ασθματική.
«Βγες απ’ τη ζωή μου φύγε φύγε μακριά μου
Της τρέλας είναι τ’ άστρο μου και σάπια η αγκαλιά μου
Ο εμετός σπαράζει σα χτικιό τα σωθικά μου
Μα μείνε μοναχά ως την αυγή.»