Μπλογκ: "Ο ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ" (παράδοσις κατ' οίκον) RSS 2.0
 Monday, December 14, 2009

λιος κα έρας

έρας θύμωσε,
μ
τν λιο μάλωσε.
έρας λεγε:
– Ε
μαι δυνατότερος!
Κα
λιος λεγε:
– Σ
περν στ δύναμη!

νας γέρος γεωργς
μ
τ μαύρη κάπα του
στ
χωράφι πήγαινε.

έρας λάλησε:
ποιος χει δύναμη
παίρνει
π τν γέροντα
τ
χονδρ τν κάπα του!

Φύσησε, ξεφύσησεν,
σκασε στ φύσημα,
δικος κόπος του.

Κρύωσεν γέροντας
κα
διπλ τυλίχθηκε
στ
χονδρ τν κάπα του.

Μ κι λιος λάλησε:
ποιος χει δύναμη
παίρνει
π τ γέροντα
τ
χονδρ τν κάπα του!

φεξεν λόλαμπρος,
καλοσύνη σκόρπισε,
κι
βγαλεν γέροντας
τ
χονδρ τν κάπα του.

Πάλι ξαναλάλησε:
κουσε κα μάθε το,
σ περν στ δύναμη,
γιατ πς μ τ κακ
κι γ πάω μ τ καλό!

 

Monday, December 14, 2009 5:22:37 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Για τους μικρούς μου φίλους
 Wednesday, December 09, 2009

Νοσταλγία καπαμά

 

Κάπου κάπου με πιάνει μια πείνα αλλόκοτη

Κι έρχομαι κάτω από το παράθυρό σου

Σφυρίζοντας λυπητερό σκοπό

Κι η συνοικία χαμογελά με κατανόηση

Καθώς κυνηγάει τις γάτες από τις γλάστρες.

 

Κάπου κάπου με πιάνει μια πείνα αλλόκοτη

Κι έρχομαι κάτω από το παράθυρό σου

Σφυρίζοντας λυπητερό σκοπό

Κι οι ηλιακοί θερμοσίφωνες τον επιστρέφουν

Ζεστό - ζεστό σαν σταφιδόψωμο.

Wednesday, December 09, 2009 9:58:25 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Κείμενα της ευκαιρίας
 Wednesday, December 02, 2009

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ

 

[α]

Περπατάγαμε μαζί νύχτα σε άδειους δρόμους

Σαν παιδιά που παίζανε κλέφτες κι αστυνόμους

Παρκαρισμένα αμάξια κι η βροχή στους υπονόμους

Φώτα τσακισμένα στο νερό. 

 

Ξαφνικά σταμάτησες –στιγμή αμηχανίας-

Μία βιτρίνα μου ’δειξες ειδών κιγκαλερίας

Τα κουτιά τα χρώματα ως άξιον απορίας

                    «Μαύρο είναι το χρώμα π’ αγαπώ.»

 

[β]

Τίναξες το χέρι και κομμάτια η βιτρίνα

Μια αδιέξοδη χρονιά ένα Φλεβάρη μήνα

Πίσω σου επιτάφιοι ντυμένοι μαύρα κρίνα

                    Η βροχή μας μούσκευε σκληρά.

 

Περιπολικά ουρλιάζαν και ασθενοφόρα

Εκλογικά μεγάφωνα τρελαίνανε τη χώρα

Απελπισμένα τρέχαμε σε μία κατηφόρα

                    Πίσω μας γαβγίζανε σκυλιά.

 

[γ]

Φάτσες σκοτεινές στα πέριξ πρόσωπα θαμμένα

Ανεμογκάστρι τ’ όνειρο τα χρόνια σου καμένα

Κι απ’ όσους υποσχέθηκαν δεν είδες ούτε ένα

                    Να σε περιμένει στο σταθμό.

 

«Τι συνέβη!» ρώταγαν ανάστατοι οι γειτόνοι

Ζόμπι μίας πόλης που ό,τι ζει το φαρμακώνει

Τίποτα δεν έγινε μία γυναίκα μόνη

                    Που κρατιέται από το κενό.

 

[δ]

Κρεσέντο η μουσική σ’ ένα μπαρ απέναντί μας

Μαχαιρωμένο άγγιγμα στη νύχτα το φιλί μας

Γυαλιά σπασμένα κόβανε κομμάτια την ψυχή μας

                    Κι είπες με φωνή ασθματική.

 

«Βγες απ’ τη ζωή μου φύγε φύγε μακριά μου

Της τρέλας είναι τ’ άστρο μου και σάπια η αγκαλιά μου

Ο εμετός σπαράζει σα χτικιό τα σωθικά μου

                    Μα μείνε μοναχά ως την αυγή.»

 

Wednesday, December 02, 2009 8:09:44 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Κείμενα της ευκαιρίας
 Tuesday, December 01, 2009

Μέσα από ατέλειωτες αναβολές καλοσιδερώθηκαν οι πιτζάμες

                                                          Της σιωπής.

Tuesday, December 01, 2009 3:04:37 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Κείμενα της ευκαιρίας
 Saturday, November 21, 2009

Ο σταθμάρχης αερίζει με το φθαρμένο πηλήκιο το ιδρωμένο του πρόσωπο και μονολογεί, "Τα πάντα ρει"

 

Οι επιβάτες εξαργυρώνουν την ανία του ταξιδιού με τυχαία αγγίγματα

Τα κουρτινάκια αναδιπλώνονται σαν ηρωικές σημαίες άδοξων μαχών

Ο κλειδούχος είναι πάλι μεθυσμένος, πώς να τον εμπιστευτείς

Ο ελεγκτής δε θέλει να παραδεχτεί ότι είναι παγιδευμένος και συμπεριφέρεται βλοσυρά

"Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι κι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο"

 

Saturday, November 21, 2009 6:34:38 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Βιου μάστερ
 Monday, November 16, 2009
Monday, November 16, 2009 11:43:20 AM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Βιου μάστερ
 Saturday, October 31, 2009

Εκείνη την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου του 1959 είναι αδύνατο να την ξεχάσω κι ας πέρασε μισός αιώνας από τότε. Ήταν η πρώτη φορά που θα έπαιρνα μέρος σε παρέλαση κι όσο να είναι είχα τρακ, ανησυχούσα ότι θα μπέρδευα το βήμα μου, ότι δε θα γύριζα σωστά το κεφάλι μου στις θέσεις των επισήμων κι ένα σωρό τέτοιες λεπτομέρειες, οι οποίες φυσικά ήταν ασήμαντες στα όσα συνέβησαν στην πραγματικότητα λόγω του φίλου μου του Νίκου. Με το Νίκο ήμασταν γείτονες και συμμαθητές κι είχε άλλα βάσανα από τα δικά μου, ήθελε να γίνει σημαιοφόρος στη θέση του σημαιοφόρου, ή τουλάχιστον παραστάτης του σημαιοφόρου.

«Μα πώς είναι δυνατόν; Αφού ήμαστε κι οι δύο κοντοί στην τελευταία σειρά, πώς θα γίνεις παραστάτης; Οι παραστάτες είναι ψηλοί…» του είπα.

«Θα ψηλώσω!» μου απάντησε.

Και πραγματικά την άλλη μέρα είχε ψηλώσει γύρω στους πέντε πόντους. Είχε κόψει χαρτόνια, τα είχε κολλήσει στις σόλες των παπουτσιών του κι έτσι είχε ψηλώσει. Το αποτέλεσμα ήταν να περπατάει άχαρα και μηχανικά κάπως σαν κάτι ανάμεσα σε υπνοβάτη και χαλασμένο ρομπότ.

«Πήγαινε στην κυρία Χαλκιά και πες της ότι έχει γίνει κάποιο λάθος κι εμένα έναν ψηλό με βάλανε στο τέλος κι ότι πρέπει να πάω μπροστά…»

«Και γιατί δεν πας εσύ;»

«Γιατί εμένα θα με καταλάβει αν την πλησιάσω, ενώ εσένα θα σε πιστέψει γιατί σου έχει αδυναμία.»

«Μα…» έκανα να φέρω αντιρρήσεις.

«Θα σου χαρίσω όσα τεύχη του σούπερμαν που σου λείπουν!» μου είπε και με έπεισε, γιατί μου έλειπαν αρκετά.

Η κυρία Χαλκιά ήταν η διευθύντρια του σχολείου μας, ήταν μια γυναίκα ηλικιωμένη λίγο πριν τη σύνταξη με μεγάλη μυωπία και κρυουλιάρα, τη θυμάμαι συνεχώς τυλιγμένη με μια μπέρτα να τρίβει τις παλάμες της και να πίνει καυτά τσάγια. Η δασκάλα μας, η δεσποινίς Μαρίνα Σαπουνιάρη, που θα μας έκανε τις πρόβες και θα μας συνόδευε στην παρέλαση είχε αρρωστήσει εκείνες τις μέρες κι η κυρία Χαλκιά είχε αναλάβει τα καθήκοντά της, αλλά επειδή ήταν ηλικιωμένη και δεν ήθελε να εκτεθεί στο κρύο και την ταλαιπωρία, στεκόταν στο παράθυρο του γραφείου της και μας επιτηρούσε πίσω από το τζάμι να πηγαινοερχόμαστε στο προαύλιο του σχολείου στο ρυθμό της σφυρίχτρας που μου είχε αναθέσει. Ήταν απλό, έκανα δύο αργά φρ φρ και τρία σύντομα φρ φρ φρ. Όποτε είχε να κάνει παρατηρήσεις με φώναζε και μου τις έλεγε κι εγώ τις μετέφερα στους άλλους, «Θα έχουμε ψηλά το κεφάλι, έξω το στήθος και μέσα την κοιλιά. Τα χέρια μας θα είναι τεντωμένα και το βλέμμα μας ευθυτενές!»

«Τι θα είναι το βλέμμα μας;»

«Έτσι το είπε, ευθυτενές»

Αυτό το ευθυτενές βλέμμα μας είχε μπερδέψει, λιγάκι αλλά το είχαμε παρακάμψει, γιατί είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα υπόλοιπα. Δεν ήταν εύκολο   να περπατάμε με ψηλά το κεφάλι, έξω το στήθος και μέσα την κοιλιά, να προσέχουμε να μην ξεφύγουμε από τη στοίχιση και να έχουμε και το σωστό βήμα. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι στην παρέλαση θα είχαν μαζευτεί συγγενείς, γνωστοί και φίλοι για να μας καμαρώσουν και να μας χειροκροτήσουν, τότε το πράγμα γινόταν χειρότερο.

Τέλος πάντων, έκανα το χατίρι του φίλου μου και στάθηκα μπροστά στη διευθύντρια.

«Τι συμβαίνει Βασούλα;» με ρώτησε με την καλοσυνάτη της φωνή.

«Δεν είμαι η Βασούλα. Ο Γιαννάκης είμαι…»

«Α, εσύ είσαι Γιαννάκη!» είπε φορώντας τα γυαλιά της και της εξήγησα ότι είχε γίνει ένα λάθος κι ένας ψηλός βρισκόταν στην πίσω σειρά ενώ έπρεπε να βρίσκεται στην πρώτη.

«Ποιος ψηλός;» με ρώτησε.

«Να, αυτός εκεί πέρα…» της είπα και της έδειξα το Νίκο που ξεχώριζε ένα κεφάλι από τους υπόλοιπους.

«Χμ, αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν από τη μια μέρα στην άλλη. Πες του να πάει μπροστά…»

Κι έτσι ο Νίκος βρέθηκε πλάι στο σημαιοφόρο να παριστάνει τον παραστάτη. Συνεχίσαμε τις πρόβες. Έδινα το ρυθμό με τη σφυρίχτρα, φρ φρ, φρ φρ φρ, σέρνονταν καμπουριαστοί όλοι εκτός από τον Γιώργος Τζέρτζερη το σημαιοφόρο το καμάρι του σχολείου μας που πήγαινε από φυσικού του καμαρωτός και το Νίκο που ισορροπούσε με δυσκολία στα κολλημένα χαρτόνια που είχε στις σόλες του. Η κυρία Χαλκιά μας καμάρωνε από το παράθυρο δίχως να μας βλέπει, γιατί αν μας έβλεπε θα έπαυε να μας καμαρώνει. Τις επόμενε μέρες συνεχίσαμε τις πρόβες με την ίδια επιτυχία και δύο μέρες πριν την παρέλαση, ο Νίκος μου ανακοίνωσε ότι δεν του έφτανε να είναι ένας απλός παραστάτης του σημαιοφόρου, ήθελε να γίνει και σημαιοφόρος.

«Αλλά αυτό δε γίνεται. Σημαιοφόρος είναι πάντα ο καλύτερος μαθητής…» του είπα κι εκείνος μου απάντησε.

«Όλα γίνονται, μόνο του σπανού τα γένια δεν γίνονται.»

Δε μπορούσα να υποπτευθώ τι είχε στο μυαλό του και δεν έδωσα σημασία, είχα συνηθίσει στις τρέλες του.

Τη μέρα της παρέλασης ντυμένοι κατάλληλα, δηλαδή με μπλε γιλέκο και άσπρο πουκάμισο, σταματήσαμε στο περίπτερο και περιμέναμε.

«Τι περιμένουμε;» τον ρώτησα.

«Είναι μυστική αποστολή. Εσύ θα κάνεις τον ανήξερο.»

«Τι πάει να πει θα κάνω τον ανήξερο, αφού δεν ξέρω τίποτα.»

«Έτσι είναι οι μυστικές αποστολές» με αποστόμωσε.

Σε λίγο είδαμε τον σημαιοφόρο να κατευθύνεται βιαστικός για το σχολείο. Ο Νίκος τον σταμάτησε.

«Η παρέλαση δε θα γίνει, Γιώργο, γιατί ο καιρός είναι στη βροχή. Μην πας τζάμπα στο σχολείο, από κει ερχόμαστε κι εμείς, η κυρία Χαλκιά μας έδιωξε όλους να πάμε στα σπίτια μας.» του είπε και με σκούντησε κι εγώ άρχισα να βήχω σαν ψάλτης που δεν ξέρει τι να πει παρακάτω.

Εύπιστος ο σημαιοφόρος, δεν ρώτησε τίποτα περισσότερο, τον ευχαρίστησε, έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στο σπίτι του και να ασχοληθεί με τις ξυλογλυπτικές του, ήθελε να φτιάξει τον Παρθενώνα με κόντρα πλακέ.

Ο Νίκος μου έκλεισε συνομωτικά το μάτι και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Φτάνοντας στο σχολείο, μου είπε.

«Πήγαινε στην κυρία Χαλκιά και πες της ότι ο σημαιοφόρος αρρώστησε και δε θα έρθει και να πάρω εγώ τη σημαία».  

«Αποκλείεται, δε μπορώ να πω ψέματα, θα με καταλάβει αμέσως!» του είπα.

«Καλά μην της πεις ότι είναι άρρωστος, πες της απλώς ότι δε θα έρθει.»

Και πήγα.

«Τι είναι Βασούλα;» με ρώτησε η κυρία Χαλκιά.

«Δεν είμαι η Βασούλα, ο Γιαννάκης είμαι!»

«Α εσύ είσαι παιδί μου! Τι συμβαίνει;» μου είπε φορώντας τα γυαλιά της  και της εξήγησα ότι ο σημαιοφόρος δε θα έρθει κι εκείνη συμφώνησε να πάρει ο Νίκος τη σημαία.

Κι έτσι ο Νίκος έγινε σημαιοφόρος και τα μάτια του λάμπανε από περηφάνια καθώς κρατούσε τη σημαία σα σκουπόξυλο και παρίστανε κάτι ανάμεσα στο μέγα Αλέξανδρο και ταυρομάχο.

«Στο καλό παιδιά μου, στο καλό λεβέντες μου» μας αποχαιρέτησε η κυρία Χαλκιά πίνοντας το καυτό τσάι της.

Κανονικά θα πηγαίναμε στο γειτονικό σχολείο όπου θα μας περίμενε η κυρία Αλίκη Νικηφοράκη για να μας συνοδέψει μαζί με τα δικά της παιδιά στην παρέλαση, αλλά ο Νίκος είχε άλλη γνώμη και πρόσταξε σα στρατηλάτης.

«Δεν είμαστε νιάνιαρα, θα πάμε μόνοι μας. Γιάννη, δώσε βήμα!»

Κι έτσι φτάσαμε μόνοι μας στην πλατεία από όπου θα ξεκινούσε η παρέλαση. Φυσούσε δυνατά, ο ουρανός συννεφιασμένος, κρύο.

Ο Νίκος είχε πάρει σοβαρά το ρόλο του και μας έδινε οδηγίες με αυστηρό ύφος, «Θα περπατάτε καμαρωτά κι όχι σαν κοιμήσηδες», «Ψηλά το χέρι, έξω το στήθος, μέσα το στομάχι», «Λεβέντικα, μη με κάνετε ρεζίλι!»

«Άσε μας ρε Νίκο που επειδή έγινες σημαιοφόρος, πήρανε τα μυαλά σου αέρα!» αντίδρασε κάποιος.

«Και μη μου αντιμιλάτε εμένα γιατί θα σας φέρω το κοντάρι στο κεφάλι» θύμωσε εκείνος κι ήταν έτοιμος να πραγματοποιήσει την απειλή του.

Ύστερα εξέτασε τα χαρτόνια στις σόλες των παπουτσιών του κι ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε.

Ξεκίνησε η παρέλαση, ξεκινήσαμε κι εμείς, ακουγόταν από τα μεγάφωνα το εμβατήριο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά» κι όλα πήγαιναν καλά. Ο Νίκος σημαιοφόρος με τα χαρτόνια στις σόλες να περπατάει σα ρομπότ, οι υπόλοιποι ακολουθούσαν σαν κουρδισμένοι κι εγώ στην τελευταία σειρά έδινα το ρυθμό με τη σφυρίχτρα, φρ φρ, φρ φρ φρ. Ο κόσμος από τα πεζοδρόμια σχολίαζε, χαμογελούσε και χειροκροτούσε.

Είχαμε φτάσει κοντά στο ύψος των επισήμων, όταν ξαφνικά είδα τη σημαία να πηγαίνει πέρα δώθε σαν κατάρτι στην τραμουντάνα. Πρόσεξα καλύτερα κι είδα το Νίκο να κουτσαίνει.

«Γιάννη, μου φύγανε τα χαρτόνια. Πιάσε τα!» μου φώναξε απελπισμένος. Οι άλλοι δεν καταλαβαίνανε, ήμουνα ο μόνος που ήξερε το μυστικό του.

Έψαχνα τα χαρτόνια συνεχίζοντας να σφυρίζω, αλλά καθώς περπατούσαμε, έβλεπα μόνο πόδια και δεν τα εύρισκα.

«Τα χαρτόνια!» μου ξαναφώναξε ο Νίκος κι έκανε μεταβολή κι ήρθε προς τα πίσω να ψάξει κι αυτός.

Τότε τα είδα κι έσκυψα να τα πιάσω, αλλά τότε με πρόλαβαν αυτοί που έρχονταν από πίσω μας, με σκούντησαν, κλώτσησαν και τα χαρτόνια, μπερδεύτηκα ανάμεσα στις σειρές των ξένων μαθητών, μπερδεύτηκαν κι εκείνοι.

«Τα βρήκες;» με ρώτησε ο Νίκος κι είχε μπει κι αυτός στις σειρές του άλλου σχολείου, το οποίο είχε πλέον δύο σημαίες, ενώ το δικό μας δεν είχε καμία.

«Φύγε από τη μέση!» του φώναξε νευριασμένος ο άλλος σημαιοφόρος κι οι δύο σημαίες κονταροχτυπήθηκαν.

«Τα βρήκα…» φώναξα ανάμεσα στα σφυρίγματα.

Τα σφυρίγματα όμως τα δικά μου μπερδεύτηκαν με τα σφυρίγματα του δασκάλου που συνόδευε το άλλο σχολείο, χάσανε το βήμα τους οι μαθητές και πήγαιναν σα μεθυσμένοι, ενώ οι δύο σημαιοφόροι κονταροχτυπιόνταν κι ο δάσκαλος τραβούσε τα μαλλιά του.

Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έπεσε ένα αστροπελέκι και ξέσπασε η καταιγίδα, κάτι χοντρές στάλες σαν κεφτέδες, δημιουργήθηκε αναστάτωση, ακούστηκαν φωνές κι όλοι οι μαθητές τρέξανε να προφυλαχτούν κάτω από τις μαρκίζες ή κάτω από τις ομπρέλες του κόσμου που παρακολουθούσε την παρέλαση.

«Πού πάτε ρε, πού πάτε; Εδώ κάνουμε παρέλαση! Γυρίστε πίσω!» φώναξε οργισμένος ο Νίκος.

«Πάμε να φύγουμε…» του είπα καλότροπα κι είχαμε γίνει κιόλας μούσκεμα.

«Εγώ δεν πάω πουθενά, δώσε μου βήμα!»

«Τρελάθηκες;»

Ο δρόμος είχε αδειάσει, είχαμε απομείνει μόνοι μας. Τα μεγάφωνα συνέχισαν τα εμβατήρια, «Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά».

«Δώσε μου βήμα και θα σου δώσω όλα τα τεύχη του μπάτμαν!»

«Τα έχω όλα τα τεύχη του μπάτμαν. Πάμε να φύγουμε.»

«Δώσε μου βήμα και θα σου δώσω όλη τη σειρά με τους παίχτες του Ολυμπιακού»

«Τους έχω τους παίχτες του Ολυμπιακού. Πάμε να φύγουμε.»

«Δώσε βήμα και θα σου δώσω το κοκαλάκι της νυχτερίδας που μου έφερε ο ξάδερφός μου από το χωριό.»

«Έχω λαγοπόδαρο που έφερε ο θείος μου από τη Σιγκαπούρη. Πάμε να φύγουμε.»

Είχε στερέψει από προσφορές, όταν σκέφτηκε να με δελεάσει με κάτι άλλο.

«Δώσε βήμα και θα σου δώσω την αδερφή μου για γυναίκα σου!»

«Δε θέλω την αδερφή σου για γυναίκα μου!» φώναξα τρομαγμένος και μουσκεμένος ως το κόκαλο.

«Δε τη θέλεις!» είπε θυμωμένα και μου κοπάνησε το κοντάρι της σημαίας στο κεφάλι και μέχρι εκεί θυμάμαι.

 

Συνήλθα στο ζεστό μου κρεβάτι με ένα μεγάλο καρούμπαλο στο κεφάλι και με το που άνοιξα τα μάτια μου είδα το ανήσυχο πρόσωπο της μάνας μου.

«Τι έγινε παιδάκι μου; Από πού γυρνάς;»

«Από την παρέλαση…» απάντησα ξέπνοα κι άντε να με πιστέψει.

 

Υγ1. Την άλλη μέρα είχαν τον Νίκο οι εφημερίδες του Πειραιά στο ρεπορτάζ για τις μαθητικές παρελάσεις με τα εξής λόγια. «Και μόνο ένας ηρωικός σημαιοφόρος, αν και κουτσός, συνέχισε ακάθεκτος την παρέλαση μόνος του, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είχαν διαλυθεί λόγω της καταρρακτώδους βροχής. Αυτός ο ηρωικός σημαιοφόρος δείχνει το δρόμο της νέας γενιάς!».

Υγ2. Δυστυχώς ο φωτογράφος δεν πρόλαβε να βγάλει φωτογραφία κι έτσι απομείνανε μόνο τα λόγια. Κι όποιος θέλει τα πιστεύει κι όποιος δε θέλει, «Δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει!». 

 

Saturday, October 31, 2009 9:42:04 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Για τους μικρούς μου φίλους
 Sunday, October 25, 2009
Μερικές φορές όταν κλείνουν οι πόρτες του μετρό επκρατεί σχεδόν στιγμιαία μια απόκοσμη ησυχία στο σταθμό λες και βουβαίνεται ο χρόνος λες και σταματάει ο στροβιλισμός του σύμπαντος σα να πούμε θέλει το σύμπαν να ξεκουραστεί, να σκεφτεί, να αποκτήσει συνείδηση. Εκτός πάλι κι αν το σύμπαν είναι ακίνητο και μόνο τρέμει από μοναξιά δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση κίνησης ώστε να έχουν δουλειά οι αστρονόμοι, οι φυσικοί κι οι χαρτορίχτρες. Α, ναι. Κι οι λογιστές της Ιστορίας.

Ύστερα ο συρμός αναχωρεί κι αφήνει το σταθμό βορά στην επιτηδευμένη καθαριότητα, στις πλανεύτρες διαφημίσεις, στις μονότονες μεγαφωνικές συμβουλές και τις ανόητες επεξηγήσεις, άνοδος κάθοδος, άνοδος κάθοδος, άνοδος κάθοδος.

Sunday, October 25, 2009 7:01:04 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Κείμενα της ευκαιρίας

Sunday, October 25, 2009 6:50:56 PM (GTB Standard Time, UTC+02:00)  #    Comments [0] -
Βιου μάστερ
Archive
<May 2012>
SunMonTueWedThuFriSat
293012345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829303112
3456789
Blogroll
About the author/Disclaimer

Disclaimer
The opinions expressed herein are my own personal opinions and do not represent my employer's view in any way.

© Copyright 2012
Ρεμούνδος
Sign In
Statistics
Total Posts: 204
This Year: 0
This Month: 0
This Week: 0
Comments: 37
Themes
All Content © 2012, Ρεμούνδος
DasBlog theme 'Business' created by Christoph De Baene (delarou)