Εκείνη την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου του 1959 είναι αδύνατο να την ξεχάσω κι ας πέρασε μισός αιώνας από τότε. Ήταν η πρώτη φορά που θα έπαιρνα μέρος σε παρέλαση κι όσο να είναι είχα τρακ, ανησυχούσα ότι θα μπέρδευα το βήμα μου, ότι δε θα γύριζα σωστά το κεφάλι μου στις θέσεις των επισήμων κι ένα σωρό τέτοιες λεπτομέρειες, οι οποίες φυσικά ήταν ασήμαντες στα όσα συνέβησαν στην πραγματικότητα λόγω του φίλου μου του Νίκου. Με το Νίκο ήμασταν γείτονες και συμμαθητές κι είχε άλλα βάσανα από τα δικά μου, ήθελε να γίνει σημαιοφόρος στη θέση του σημαιοφόρου, ή τουλάχιστον παραστάτης του σημαιοφόρου.
«Μα πώς είναι δυνατόν; Αφού ήμαστε κι οι δύο κοντοί στην τελευταία σειρά, πώς θα γίνεις παραστάτης; Οι παραστάτες είναι ψηλοί…» του είπα.
«Θα ψηλώσω!» μου απάντησε.
Και πραγματικά την άλλη μέρα είχε ψηλώσει γύρω στους πέντε πόντους. Είχε κόψει χαρτόνια, τα είχε κολλήσει στις σόλες των παπουτσιών του κι έτσι είχε ψηλώσει. Το αποτέλεσμα ήταν να περπατάει άχαρα και μηχανικά κάπως σαν κάτι ανάμεσα σε υπνοβάτη και χαλασμένο ρομπότ.
«Πήγαινε στην κυρία Χαλκιά και πες της ότι έχει γίνει κάποιο λάθος κι εμένα έναν ψηλό με βάλανε στο τέλος κι ότι πρέπει να πάω μπροστά…»
«Και γιατί δεν πας εσύ;»
«Γιατί εμένα θα με καταλάβει αν την πλησιάσω, ενώ εσένα θα σε πιστέψει γιατί σου έχει αδυναμία.»
«Μα…» έκανα να φέρω αντιρρήσεις.
«Θα σου χαρίσω όσα τεύχη του σούπερμαν που σου λείπουν!» μου είπε και με έπεισε, γιατί μου έλειπαν αρκετά.
Η κυρία Χαλκιά ήταν η διευθύντρια του σχολείου μας, ήταν μια γυναίκα ηλικιωμένη λίγο πριν τη σύνταξη με μεγάλη μυωπία και κρυουλιάρα, τη θυμάμαι συνεχώς τυλιγμένη με μια μπέρτα να τρίβει τις παλάμες της και να πίνει καυτά τσάγια. Η δασκάλα μας, η δεσποινίς Μαρίνα Σαπουνιάρη, που θα μας έκανε τις πρόβες και θα μας συνόδευε στην παρέλαση είχε αρρωστήσει εκείνες τις μέρες κι η κυρία Χαλκιά είχε αναλάβει τα καθήκοντά της, αλλά επειδή ήταν ηλικιωμένη και δεν ήθελε να εκτεθεί στο κρύο και την ταλαιπωρία, στεκόταν στο παράθυρο του γραφείου της και μας επιτηρούσε πίσω από το τζάμι να πηγαινοερχόμαστε στο προαύλιο του σχολείου στο ρυθμό της σφυρίχτρας που μου είχε αναθέσει. Ήταν απλό, έκανα δύο αργά φρ φρ και τρία σύντομα φρ φρ φρ. Όποτε είχε να κάνει παρατηρήσεις με φώναζε και μου τις έλεγε κι εγώ τις μετέφερα στους άλλους, «Θα έχουμε ψηλά το κεφάλι, έξω το στήθος και μέσα την κοιλιά. Τα χέρια μας θα είναι τεντωμένα και το βλέμμα μας ευθυτενές!»
«Τι θα είναι το βλέμμα μας;»
«Έτσι το είπε, ευθυτενές»
Αυτό το ευθυτενές βλέμμα μας είχε μπερδέψει, λιγάκι αλλά το είχαμε παρακάμψει, γιατί είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα υπόλοιπα. Δεν ήταν εύκολο να περπατάμε με ψηλά το κεφάλι, έξω το στήθος και μέσα την κοιλιά, να προσέχουμε να μην ξεφύγουμε από τη στοίχιση και να έχουμε και το σωστό βήμα. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι στην παρέλαση θα είχαν μαζευτεί συγγενείς, γνωστοί και φίλοι για να μας καμαρώσουν και να μας χειροκροτήσουν, τότε το πράγμα γινόταν χειρότερο.
Τέλος πάντων, έκανα το χατίρι του φίλου μου και στάθηκα μπροστά στη διευθύντρια.
«Τι συμβαίνει Βασούλα;» με ρώτησε με την καλοσυνάτη της φωνή.
«Δεν είμαι η Βασούλα. Ο Γιαννάκης είμαι…»
«Α, εσύ είσαι Γιαννάκη!» είπε φορώντας τα γυαλιά της και της εξήγησα ότι είχε γίνει ένα λάθος κι ένας ψηλός βρισκόταν στην πίσω σειρά ενώ έπρεπε να βρίσκεται στην πρώτη.
«Ποιος ψηλός;» με ρώτησε.
«Να, αυτός εκεί πέρα…» της είπα και της έδειξα το Νίκο που ξεχώριζε ένα κεφάλι από τους υπόλοιπους.
«Χμ, αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν από τη μια μέρα στην άλλη. Πες του να πάει μπροστά…»
Κι έτσι ο Νίκος βρέθηκε πλάι στο σημαιοφόρο να παριστάνει τον παραστάτη. Συνεχίσαμε τις πρόβες. Έδινα το ρυθμό με τη σφυρίχτρα, φρ φρ, φρ φρ φρ, σέρνονταν καμπουριαστοί όλοι εκτός από τον Γιώργος Τζέρτζερη το σημαιοφόρο το καμάρι του σχολείου μας που πήγαινε από φυσικού του καμαρωτός και το Νίκο που ισορροπούσε με δυσκολία στα κολλημένα χαρτόνια που είχε στις σόλες του. Η κυρία Χαλκιά μας καμάρωνε από το παράθυρο δίχως να μας βλέπει, γιατί αν μας έβλεπε θα έπαυε να μας καμαρώνει. Τις επόμενε μέρες συνεχίσαμε τις πρόβες με την ίδια επιτυχία και δύο μέρες πριν την παρέλαση, ο Νίκος μου ανακοίνωσε ότι δεν του έφτανε να είναι ένας απλός παραστάτης του σημαιοφόρου, ήθελε να γίνει και σημαιοφόρος.
«Αλλά αυτό δε γίνεται. Σημαιοφόρος είναι πάντα ο καλύτερος μαθητής…» του είπα κι εκείνος μου απάντησε.
«Όλα γίνονται, μόνο του σπανού τα γένια δεν γίνονται.»
Δε μπορούσα να υποπτευθώ τι είχε στο μυαλό του και δεν έδωσα σημασία, είχα συνηθίσει στις τρέλες του.
Τη μέρα της παρέλασης ντυμένοι κατάλληλα, δηλαδή με μπλε γιλέκο και άσπρο πουκάμισο, σταματήσαμε στο περίπτερο και περιμέναμε.
«Τι περιμένουμε;» τον ρώτησα.
«Είναι μυστική αποστολή. Εσύ θα κάνεις τον ανήξερο.»
«Τι πάει να πει θα κάνω τον ανήξερο, αφού δεν ξέρω τίποτα.»
«Έτσι είναι οι μυστικές αποστολές» με αποστόμωσε.
Σε λίγο είδαμε τον σημαιοφόρο να κατευθύνεται βιαστικός για το σχολείο. Ο Νίκος τον σταμάτησε.
«Η παρέλαση δε θα γίνει, Γιώργο, γιατί ο καιρός είναι στη βροχή. Μην πας τζάμπα στο σχολείο, από κει ερχόμαστε κι εμείς, η κυρία Χαλκιά μας έδιωξε όλους να πάμε στα σπίτια μας.» του είπε και με σκούντησε κι εγώ άρχισα να βήχω σαν ψάλτης που δεν ξέρει τι να πει παρακάτω.
Εύπιστος ο σημαιοφόρος, δεν ρώτησε τίποτα περισσότερο, τον ευχαρίστησε, έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στο σπίτι του και να ασχοληθεί με τις ξυλογλυπτικές του, ήθελε να φτιάξει τον Παρθενώνα με κόντρα πλακέ.
Ο Νίκος μου έκλεισε συνομωτικά το μάτι και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Φτάνοντας στο σχολείο, μου είπε.
«Πήγαινε στην κυρία Χαλκιά και πες της ότι ο σημαιοφόρος αρρώστησε και δε θα έρθει και να πάρω εγώ τη σημαία».
«Αποκλείεται, δε μπορώ να πω ψέματα, θα με καταλάβει αμέσως!» του είπα.
«Καλά μην της πεις ότι είναι άρρωστος, πες της απλώς ότι δε θα έρθει.»
Και πήγα.
«Τι είναι Βασούλα;» με ρώτησε η κυρία Χαλκιά.
«Δεν είμαι η Βασούλα, ο Γιαννάκης είμαι!»
«Α εσύ είσαι παιδί μου! Τι συμβαίνει;» μου είπε φορώντας τα γυαλιά της και της εξήγησα ότι ο σημαιοφόρος δε θα έρθει κι εκείνη συμφώνησε να πάρει ο Νίκος τη σημαία.
Κι έτσι ο Νίκος έγινε σημαιοφόρος και τα μάτια του λάμπανε από περηφάνια καθώς κρατούσε τη σημαία σα σκουπόξυλο και παρίστανε κάτι ανάμεσα στο μέγα Αλέξανδρο και ταυρομάχο.
«Στο καλό παιδιά μου, στο καλό λεβέντες μου» μας αποχαιρέτησε η κυρία Χαλκιά πίνοντας το καυτό τσάι της.
Κανονικά θα πηγαίναμε στο γειτονικό σχολείο όπου θα μας περίμενε η κυρία Αλίκη Νικηφοράκη για να μας συνοδέψει μαζί με τα δικά της παιδιά στην παρέλαση, αλλά ο Νίκος είχε άλλη γνώμη και πρόσταξε σα στρατηλάτης.
«Δεν είμαστε νιάνιαρα, θα πάμε μόνοι μας. Γιάννη, δώσε βήμα!»
Κι έτσι φτάσαμε μόνοι μας στην πλατεία από όπου θα ξεκινούσε η παρέλαση. Φυσούσε δυνατά, ο ουρανός συννεφιασμένος, κρύο.
Ο Νίκος είχε πάρει σοβαρά το ρόλο του και μας έδινε οδηγίες με αυστηρό ύφος, «Θα περπατάτε καμαρωτά κι όχι σαν κοιμήσηδες», «Ψηλά το χέρι, έξω το στήθος, μέσα το στομάχι», «Λεβέντικα, μη με κάνετε ρεζίλι!»
«Άσε μας ρε Νίκο που επειδή έγινες σημαιοφόρος, πήρανε τα μυαλά σου αέρα!» αντίδρασε κάποιος.
«Και μη μου αντιμιλάτε εμένα γιατί θα σας φέρω το κοντάρι στο κεφάλι» θύμωσε εκείνος κι ήταν έτοιμος να πραγματοποιήσει την απειλή του.
Ύστερα εξέτασε τα χαρτόνια στις σόλες των παπουτσιών του κι ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε.
Ξεκίνησε η παρέλαση, ξεκινήσαμε κι εμείς, ακουγόταν από τα μεγάφωνα το εμβατήριο «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά» κι όλα πήγαιναν καλά. Ο Νίκος σημαιοφόρος με τα χαρτόνια στις σόλες να περπατάει σα ρομπότ, οι υπόλοιποι ακολουθούσαν σαν κουρδισμένοι κι εγώ στην τελευταία σειρά έδινα το ρυθμό με τη σφυρίχτρα, φρ φρ, φρ φρ φρ. Ο κόσμος από τα πεζοδρόμια σχολίαζε, χαμογελούσε και χειροκροτούσε.
Είχαμε φτάσει κοντά στο ύψος των επισήμων, όταν ξαφνικά είδα τη σημαία να πηγαίνει πέρα δώθε σαν κατάρτι στην τραμουντάνα. Πρόσεξα καλύτερα κι είδα το Νίκο να κουτσαίνει.
«Γιάννη, μου φύγανε τα χαρτόνια. Πιάσε τα!» μου φώναξε απελπισμένος. Οι άλλοι δεν καταλαβαίνανε, ήμουνα ο μόνος που ήξερε το μυστικό του.
Έψαχνα τα χαρτόνια συνεχίζοντας να σφυρίζω, αλλά καθώς περπατούσαμε, έβλεπα μόνο πόδια και δεν τα εύρισκα.
«Τα χαρτόνια!» μου ξαναφώναξε ο Νίκος κι έκανε μεταβολή κι ήρθε προς τα πίσω να ψάξει κι αυτός.
Τότε τα είδα κι έσκυψα να τα πιάσω, αλλά τότε με πρόλαβαν αυτοί που έρχονταν από πίσω μας, με σκούντησαν, κλώτσησαν και τα χαρτόνια, μπερδεύτηκα ανάμεσα στις σειρές των ξένων μαθητών, μπερδεύτηκαν κι εκείνοι.
«Τα βρήκες;» με ρώτησε ο Νίκος κι είχε μπει κι αυτός στις σειρές του άλλου σχολείου, το οποίο είχε πλέον δύο σημαίες, ενώ το δικό μας δεν είχε καμία.
«Φύγε από τη μέση!» του φώναξε νευριασμένος ο άλλος σημαιοφόρος κι οι δύο σημαίες κονταροχτυπήθηκαν.
«Τα βρήκα…» φώναξα ανάμεσα στα σφυρίγματα.
Τα σφυρίγματα όμως τα δικά μου μπερδεύτηκαν με τα σφυρίγματα του δασκάλου που συνόδευε το άλλο σχολείο, χάσανε το βήμα τους οι μαθητές και πήγαιναν σα μεθυσμένοι, ενώ οι δύο σημαιοφόροι κονταροχτυπιόνταν κι ο δάσκαλος τραβούσε τα μαλλιά του.
Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή έπεσε ένα αστροπελέκι και ξέσπασε η καταιγίδα, κάτι χοντρές στάλες σαν κεφτέδες, δημιουργήθηκε αναστάτωση, ακούστηκαν φωνές κι όλοι οι μαθητές τρέξανε να προφυλαχτούν κάτω από τις μαρκίζες ή κάτω από τις ομπρέλες του κόσμου που παρακολουθούσε την παρέλαση.
«Πού πάτε ρε, πού πάτε; Εδώ κάνουμε παρέλαση! Γυρίστε πίσω!» φώναξε οργισμένος ο Νίκος.
«Πάμε να φύγουμε…» του είπα καλότροπα κι είχαμε γίνει κιόλας μούσκεμα.
«Εγώ δεν πάω πουθενά, δώσε μου βήμα!»
«Τρελάθηκες;»
Ο δρόμος είχε αδειάσει, είχαμε απομείνει μόνοι μας. Τα μεγάφωνα συνέχισαν τα εμβατήρια, «Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά».
«Δώσε μου βήμα και θα σου δώσω όλα τα τεύχη του μπάτμαν!»
«Τα έχω όλα τα τεύχη του μπάτμαν. Πάμε να φύγουμε.»
«Δώσε μου βήμα και θα σου δώσω όλη τη σειρά με τους παίχτες του Ολυμπιακού»
«Τους έχω τους παίχτες του Ολυμπιακού. Πάμε να φύγουμε.»
«Δώσε βήμα και θα σου δώσω το κοκαλάκι της νυχτερίδας που μου έφερε ο ξάδερφός μου από το χωριό.»
«Έχω λαγοπόδαρο που έφερε ο θείος μου από τη Σιγκαπούρη. Πάμε να φύγουμε.»
Είχε στερέψει από προσφορές, όταν σκέφτηκε να με δελεάσει με κάτι άλλο.
«Δώσε βήμα και θα σου δώσω την αδερφή μου για γυναίκα σου!»
«Δε θέλω την αδερφή σου για γυναίκα μου!» φώναξα τρομαγμένος και μουσκεμένος ως το κόκαλο.
«Δε τη θέλεις!» είπε θυμωμένα και μου κοπάνησε το κοντάρι της σημαίας στο κεφάλι και μέχρι εκεί θυμάμαι.
Συνήλθα στο ζεστό μου κρεβάτι με ένα μεγάλο καρούμπαλο στο κεφάλι και με το που άνοιξα τα μάτια μου είδα το ανήσυχο πρόσωπο της μάνας μου.
«Τι έγινε παιδάκι μου; Από πού γυρνάς;»
«Από την παρέλαση…» απάντησα ξέπνοα κι άντε να με πιστέψει.
Υγ1. Την άλλη μέρα είχαν τον Νίκο οι εφημερίδες του Πειραιά στο ρεπορτάζ για τις μαθητικές παρελάσεις με τα εξής λόγια. «Και μόνο ένας ηρωικός σημαιοφόρος, αν και κουτσός, συνέχισε ακάθεκτος την παρέλαση μόνος του, ενώ όλοι οι υπόλοιποι είχαν διαλυθεί λόγω της καταρρακτώδους βροχής. Αυτός ο ηρωικός σημαιοφόρος δείχνει το δρόμο της νέας γενιάς!».
Υγ2. Δυστυχώς ο φωτογράφος δεν πρόλαβε να βγάλει φωτογραφία κι έτσι απομείνανε μόνο τα λόγια. Κι όποιος θέλει τα πιστεύει κι όποιος δε θέλει, «Δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει!».